αἱμάτη

αἱμάτη, ,
A = λεκάνη, Theognost.Can.5.32.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἱμάτη — fem nom/voc sg (attic epic ionic) αἱματάω to be bloodthirsty pres imperat act 2nd sg (doric) αἱματάω to be bloodthirsty pres imperat act 2nd sg (epic doric ionic aeolic) αἱματάω to be bloodthirsty imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱματῆι — αἱματῇ , αἱματάω to be bloodthirsty pres subj mp 2nd sg (doric) αἱματῇ , αἱματάω to be bloodthirsty pres ind mp 2nd sg (doric) αἱματῇ , αἱματάω to be bloodthirsty pres subj act 3rd sg (doric) αἱματῇ , αἱματάω to be bloodthirsty pres ind act 3rd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱματῶν — αἱμάτη fem gen pl αἱματάω to be bloodthirsty pres part act masc voc sg αἱματάω to be bloodthirsty pres part act neut nom/voc/acc sg αἱματάω to be bloodthirsty pres part act masc nom sg (attic epic ionic) αἱματάω to be bloodthirsty pres part act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίμα — Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • αἵμαθ' — αἵ̱ματα , αἷμα blood neut nom/voc/acc pl αἵ̱ματι , αἷμα blood neut dat sg αἵ̱ματε , αἷμα blood neut nom/voc/acc dual αἵμαται , αἱμάτη fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἵματ' — αἵ̱ματα , αἷμα blood neut nom/voc/acc pl αἵ̱ματι , αἷμα blood neut dat sg αἵ̱ματε , αἷμα blood neut nom/voc/acc dual αἵμαται , αἱμάτη fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.